ΦαρμακοΤρίμματα Κατάθλιψη. Μετά-Prozac εποχή Posted: 05 Aug 2012 02:56 PM PDT

Στην ιστορία των φαρμάκων λίγα ήταν εκείνα που έτυχαν ενθουσιώδους αποδοχής όπως η λευκή-πράσινη κάψουλα που περιείχε υδροχλωρική φλουοξετίνη, η χημική ουσία γνωστή με την εμπορική ονομασία Prozac(Ladose). Το 1988 ένα χρόνο μετά την έγκριση από την Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων(FDA), στις ΗΠΑ είχαν εκδοθεί 2.469.000 συνταγές για το Prozac. Το 2002 ανέβηκαν σε πάνω από 33 εκατομμύρια. Το 2008 τα αντικαταθλιπτικά ήταν στην τρίτη θέση μεταξύ των πιο συνταγογραφούμενων φαρμάκων στις Ηνωμένες Πολιτείες.Φτάνοντας στο 2012, τα ίδια αντικαταθλιπτικά που είχαν προκαλέσει τόσο ενθουσιασμό, έγιναν τα μαύρα πρόβατα της μοντέρνας ψυχοφαρμακολογίας, σκευάσματα υπερεκτιμημένα και υπερσυνταγογραφημένα, τυπικό δείγμα μιας κουλτούρας που αναζητά γρήγορη λύση σε πολύπλοκα ψυχικά προβλήματα.
Στην πραγματικότητα οι ίδιες αρχές βάση των οποίων αυτά τα φάρμακα λειτουργούν, έχουν τεθεί υπό αμφισβήτηση.
Τα νευρικά κύτταρα, οι νευρώνες, επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω χημικών σημάτων που ονομάζονται νευροδιαβιβαστές οι οποίοι μπορούν να έχουν διαφορετικές μορφές: όπως σεροτονίνη, ντοπαμίνη ή νορεπινεφρίνη. Για δεκαετίες η επικρατέστερη θεωρία ήταν ότι τα αντικαταθλιπτικά λειτουργούσαν αυξάνοντας τα επίπεδα της σεροτονίνης. Πίστευαν ότι στον εγκέφαλο των ατόμων που πάσχουν από κατάθλιψη το σήμα της σεροτονίνης κατά κάποιο τρόπο είχε εξασθενίσει λόγω της χημικής ανισορροπίας στους νευροδιαβιβαστές. Και πως το Prozac(Ladose) και το Paxil(Seroxat) μπορούσαν να αυξήσουν αυτά τα επίπεδα μεταξύ των νευρικών κυττάρων ενισχύοντας αυτά τα σήματα – δυναμώνοντας σαν ένα μεγάφωνο την επικοινωνία μεταξύ των κυττάρων. Ωστόσο αυτή η θεωρία είχε επικριθεί ευρέως.
Έχει όμως στην πραγματικότητα ξεπεραστεί η υπόθεση της σεροτονίνης σχετικά με τη κατάθλιψη;
Τα αποτελέσματα των τελευταίων ερευνών έχουν επιβεβαιώσει ότι στην πραγματικότητα ο ρόλος της σεροτονίνης παραμένει καθοριστικός για τη διάθεση ακόμα και αν ο μηχανισμός δράσης της είναι περισσότερο εντυπωσιακός από όσο μπορούμε ποτέ να φανταστούμε. Το Prozac το Paxil και το Zoloft πιθανόν να μην είναι τα θαυματουργά φάρμακα που πιστεύαμε στο παρελθόν, μας έχουν βοηθήσει όμως να καταλάβουμε τι είναι η κατάθλιψη και πως μπορούμε να την αντιμετωπίσουμε.
Η σύγχρονη αντίληψη της σχέσης μεταξύ της κατάθλιψης και των χημικών ουσιών στον εγκέφαλο γεννήθηκε σχεδόν τυχαία στα μέσα του προηγούμενου αιώνα. Το φθινόπωρο του 1951 οι γιατροί του Sea View Hospital του Staten Island οι οποίοι χρησιμοποιούσαν στη θεραπεία ασθενών με φυματίωση ένα νέο φάρμακο, την ιπρονιαζίδη, παρατήρησαν μια ξαφνική αλλαγή στη διάθεση και τη συμπεριφορά των ασθενών τους. Οι θάλαμοι νοσηλείας, συνήθως σκοτεινοί και αθόρυβοι γεμάτοι ασθενείς που έμοιαζαν απαθείς και ετοιμοθάνατοι “ήταν φωτισμένοι από ευτυχισμένα πρόσωπα ανδρών και γυναικών” όπως χαρακτηριστικά έγραψε μια δημοσιογράφος μετά από επίσκεψη της στο νοσοκομείο. Όταν το περιοδικό Life έστειλε ένα φωτογράφο στο νοσοκομείο, στα πλαίσια σχετικής έρευνας, οι ασθενείς δεν ήταν καθηλωμένοι στα κρεβάτια τους αλλά έπαιζαν χαρτιά και χόρευαν στους διαδρόμους. Μερικά εκατοντάδες χιλιόμετρα νοτιότερα οι ασθενείς του νοσοκομείου Dukes ζούσαν μια τελείως αντίθετη εμπειρία. Το 1954 είχε συνταγογραφηθεί σε μια γυναίκα 28 ετών το Rauxidin(Ρεσερπίνη) για τη ρύθμιση της αρτηριακής της πίεσης. Μετά από κάποιους μήνες επέστρεψε στο νοσοκομείο παραπονούμενη ξεσπάσματα κλάματος, νωθρότητα και λήθαργο. Αισθανόταν άχρηστη, απελπισμένη και γεμάτη ενοχές. Μερικούς μήνες αργότερα, εκείνο το αίσθημα κενού είχε μετατραπεί σε επιθετικότητα. Αυτή η αίσθηση δυστυχίας παρέμεινε μέχρι ως ότου οι ασθενείς δεν σταματούσαν να παίρνουν το φάρμακο. Σε ένα άλλο νοσοκομείο μια ασθενής στην οποία χορηγήθηκε το ίδιο φάρμακο αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Πολλά άτομα εισήχθησαν σε ψυχιατρικά τμήματα και νοσοκομεία και υπεβλήθησαν σε ηλεκτροσόκ για να μειώσουν τα συμπτώματα.

Οι ψυχίατροι και οι φαρμακολόγοι έδειξαν ενδιαφέρον για αυτά τα περίεργα περιστατικά. Αναρωτήθηκαν πως είναι δυνατόν δύο φάρμακα φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους, να προκαλούν τόσο βαθιές και αντίθετες επιδράσεις στην διάθεση. Ήταν περίπου εκείνη την περίοδο όπου οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι ο εγκέφαλος ήταν “βυθισμένος” σε ένα υγρό χημικών ουσιών. Στις αρχές του αιώνα άρχισαν να αναρωτιούνται πως τα νευρικά κύτταρα επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Στα τέλη της δεκαετίας του 60′ είχε πλέον αποδειχτεί ότι τα σήματα μεταξύ των νευρώνων μεταφέρονταν μέσω διάφορων χημικών ουσιών συμπεριλαμβανομένου και του νευροδιαβιβαστή σεροτονίνη. Οι επιστήμονες αναρωτιόνταν αν ήταν δυνατόν η ιπρονιαζίδη και η ρεσερπίνη να αλλοιώνουν τα επίπεδα κάποιου νευροδιαβιβαστή, αλλάζοντας τα σήματα στο εσωτερικό του εγκεφάλου και κατά συνέπεια τη διάθεση. Ήταν αυτό που ακριβώς συνέβαινε. Η ρεσερπίνη που προκαλούσε το αίσθημα θλίψης, μείωνε δραστικά τη συγκέντρωση της σεροτονίνης και άλλων νευροδιαβιβαστών με τους οποίους είναι συνδεδεμένη στενά.
Τα φάρμακα που προκαλούσαν εφορία όπως η ιπρονιαζίδη αντιθέτως προκαλούσαν αύξηση στη συγκέντρωση της σεροτονίνης. Αυτές οι πρώτες ανακαλύψεις οδήγησαν τους ψυχίατρους να διατυπώσουν μια καινούργια υπόθεση για την αιτία και την αντιμετώπιση της κατάθλιψης – ήταν το αποτέλεσμα μιας χημικής ανισσοροπίας των νευροδιαβιβαστών: υπό φυσιολογικές συνθήκες στον εγκέφαλο η σεροτονίνη ταξίδευε μπρος – πίσω μεταξύ των νευρώνων διατηρώντας τη ψυχική διάθεση σε ισορροπία, ενώ αυτό δε συνέβαινε στον εγκέφαλο εκείνων που έπασχαν από κατάθλιψη. Ο συγγραφέας Andrew Solomon χαρακτήρισε τη κατάθλιψη ως “απώλεια αγάπης”. Οι γιατροί του νοσοκομείου Duke είχαν παρατηρήσει σε πραγματικό χρόνο την εμφάνιση αυτής της απώλειας στους ασθενείς τους: σταδιακά μειωνόταν η αγάπη για τον ίδιο τους τον εαυτό(ενοχές, ντροπή, τάσεις αυτοκτονίας), η αγάπη για τους άλλους(απόδοση ευθυνών, επιθετικότητα) και τέλος η ίδια η ανάγκη για αγάπη(λήθαργος, εσωστρέφεια, απάθεια). Αλλά σύμφωνα με τους επιστήμονες όλα αυτά αποτελούσαν μόνο τα εξωτερικά συμπτώματα της κακής λειτουργίας των νευροδιαβιβαστών. Η απώλεια αγάπης ήταν η απώλεια χημικών ουσιών.
Η θεωρία αυτή επιβεβαιώθηκε και με την ανακάλυψη νέων ειδικών φαρμάκων που προκαλούσαν αύξηση στη συγκέντρωση της σεροτονίνης. Το πρώτο από αυτά το Zimelidine(Normud) δημιουργήθηκε από ένα Σουηδό ερευνητή τον Arvid Carlsson. Ακολουθώντας το παράδειγμα του η φαρμακολόγοι επικέντρωσαν τις προσπάθειες και χρησιμοποίησαν τους διαθέσιμους πόρους στην έρευνα για φάρμακα που ενισχύουν τη συγκέντρωση σεροτονίνης, και έτσι γεννήθηκαν με γρήγορη διαδοχή όλοι οι νέοι “γίγαντες” στον κόσμο των αντικαταθλιπτικών. Το Prozac δημιουργήθηκε το 1974, το Paxil εμφανίστηκε το 1975 και το Zoloft τo 1977(τα εμπόρικά τους ονόματα δόθηκαν μερικά χρόνια αργότερα).

Για να καταλάβουμε όμως αν η απουσία σεροτονίνης προκαλεί κατάθλιψη πρέπει να ξέρουμε αν στον εγκέφαλο των ατόμων που πάσχουν από αυτήν την ασθένεια, τα επίπεδα της σεροτονίνης ή των μεταβολιτών της σεροτονίνης(που παράγονται από την αποσύνθεση της) είναι στη πραγματικότητα πιο χαμηλά. Το 1975 μια ομάδα παθολόγων πραγματοποίησαν αυτοψίες σε μερικούς καταθλιπτικούς ασθενείς για να κάνουν μετρήσεις. Τα πρώτα συμπεράσματα έμοιαζαν να επιβεβαιώνουν τη θεωρία: οι καταθλιπτικοί ασθενείς έτειναν να έχουν μειωμένα επίπεδα σεροτονίνης. Όμως το 1987 μερικοί Σκανδιναβοί ερευνητές επανέλαβαν το πείραμα με νέα εργαλεία μετρήσεων και διαπίστωσαν ότι στους καταθλιπτικούς ασθενείς τα επίπεδα σεροτονίνης ήταν ψηλότερα. Νέα πειράματα δεν έκαναν άλλο από το να επιβεβαιώσουν αυτή την αντίθεση. Σύμφωνα με κάποια test οι καταθλιπτικοί ασθενείς είχαν χαμηλότερα επίπεδα σεροτονίνης, ενω σύμφωνα με άλλα υψηλότερα, για άλλα δεν υπήρχε καμία διαφορά.
Τι θα συνέβαινε όμως αν διεξήγαγαν το αντίστροφο πείραμα;
Το 1994 σε μια ομάδα εθελοντών του πανεπιστημίου McGill στο Μόντρεαλ χορηγήθηκε ένα μείγμα χημικών ουσιών που χαμήλωνε τα επίπεδα της σεροτονίνης. Οι γιατροί παρατήρησαν τις αλλαγές στη διάθεση τους καθώς τα επίπεδα μειώνονταν. Ακόμα και όταν η σεροτονίνη δεν υπήρχε πλέον καθόλου, το μεγαλύτερο μέρος των ατόμων δεν παρουσίαζε σημαντικές αλλαγές στη διάθεση. Με μια πρώτη ματιά αυτές οι μελέτες μας κάνουν να σκεφτούμε ότι δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ σεροτονίνης και κατάθλιψης. Αλλά από το πείραμα McGill προέκυψε ένα σημαντικό γεγονός: η μείωση των επιπέδων της σεροτονίνης δεν παρήγαγε κανένα αποτέλεσμα σε υγιείς εθελοντές που δεν υπέφεραν πότε από κατάθλιψη, ενώ παρήγαγε εντυπωσιακά αποτελέσματα σε άτομα που είχαν οικογενειακό ιστορικό κατάθλιψης. Σε αυτά τα άτομα όταν τα επίπεδα της σεροτονίνης μειώνονταν η διάθεση χειροτέρευε σημαντικά. Μια παλαιότερη έκδοση αυτού του πειράματος, που πραγματοποιήθηκε στο Yale το 1990, είχε αποτελέσματα περισσότερο ανησυχητικά. Όταν οι ασθενείς που έπασχαν από κατάθλιψη και ακουλουθούσαν είδη θεραπεία με χορήγηση φαρμάκων όπως το Prozac έπαιρναν ένα μείγμα ουσιών που χαμήλωνε τα επίπεδα της σεροτονίνης έπεφταν συχνά σε βαθιά καταθλιψη. Άλλα πειράματα έδειξαν πως αν όχι όλοι οι ασθενείς με κατάθλιψη παρουσίαζαν χαμηλότερα επίπεδα σεροτονίνης, για εκείνους που είχαν τάσεις αυτοκτονίας αυτό ήταν σίγουρο.
Στα τέλη της δεκαετίας του 80′ έγιναν κάποιες μελέτες για να επαληθευτούν τα αποτελέσματα του Prozac σε καταθλιπτικά άτομα. Διαπιστώθηκε πως συγκριτικά με placebo το φάρμακο μείωνε τα συμπτώματα της κατάθλιψης. Συνήθως η διάγνωση της κατάθλιψης γίνετε χρησιμοποιώντας μια τυποποιημένη σκάλα συμπτωμάτων. Συνολικά κάποιοι ασθενείς παρουσίασαν σημαντική βελτίωση από κλινικής απόψεως ακόμα και αν τα αποτελέσματα ήταν συνήθως πολύ μικρά και άλλαζαν από test σε test. Στην πραγματική ζωη ακόμα και αυτές οι μικρές αλλαγές μπορούσαν να είναι πολύ σημαντικές: η μείωση του άγχους, των ενοχών και το τέλος των τάσεων αυτοκτονίας. Για άλλους όμως ασθενείς οι αλλαγές ήταν οριακές.
Ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο που προέκυψε από αυτά τα test ήταν το πιο υποκειμενικό: το 74% των ασθενών δήλωνε ότι αισθανόταν καλύτερα από τη στιγμή έπαιρνε τα αντικαταθλιπτικά.

Στα τέλη της δεκαετίας του 80′, ένας νευρολόγος με το όνομα Fred Cage άρχισε να ενδιαφέρεται για ένα ζήτημα που αρχικά έμοιαζε μακρινό με το πρόβλημα της κατάθλιψης: μπορεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος ενός ενήλικα να παράγει νέα εγκεφαλικά κύτταρα;
Την εποχή εκείνη οι νευροβιολόγοι ήταν πεπεισμένοι ότι στον εγκέφαλο ενός ενήλικα δεν υπήρχε ανάπτυξη και δεν γεννιόντουσαν πια νέα νευρικά κύτταρα, πως όταν τα νευρικά κυκλώματα δημιουργούνταν για μία φορά κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας παρέμεναν σταθερά και αμετάβλητα. Αν όμως οι νέοι νευρώνες αντικαθιστούσαν τους παλιούς,οι αναμνήσεις δεν θα έπρεπε να χαθούν;
Ο Cage και άλλοι επιστήμονες επανεξέτασαν παλιά ευρήματα και ανακάλυψαν ότι στην πραγματικότητα στα ποντίκια, στους αρουραίους και στα ενήλικα ανθρώπινα όντα σχηματίζονται νέοι νευρώνες αλλά μονάχα σε δύο ειδικές περιοχές του εγκεφάλου: στον οσφρητικό βολβό όπου καταγράφονται οι οσμές, και στον ιππόκαμπο το όργανο που ελέγχει τη μνήμη και που είναι λειτουργικά συνδεδεμένο με τις ζώνες του εγκεφάλου που ελέγχουν τα συναισθήματα.
Για να ανακαλύψουν αν υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ των συναισθημάτων και της γέννησης των νευρώνων στον ιππόκαμπο ο Cage και οι συνεργάτες του άρχισαν να μελετούν τα ποντίκια κάτω από συνθήκες stress. Όταν τα ποντίκια υποβάλλονται σε χρόνιο stress, είτε γιατί το περιβάλλον τους ξαφνικά αλλάζει είτε γιατί τα κρεβάτια τους μετακινούνται, παρουσιάζουν συμπτώματα άγχους ή απάθειας και γίνονται λιγότερο δραστήρια, όλα στοιχεία που ταυτίζονται με την κατάθλιψη στον άνθρωπο. Η ομάδα του Cage ανακάλυψε ότι σε αυτά τα ποντίκια η παραγωγή νευρικών κυττάρων στον ιππόκαμπο μειωνόταν. Φαινόταν επίσης ότι συνέβαινε και το ακριβώς αντίθετο. Όταν τα ποντίκια τοποθετούνταν σε ένα περιβάλλον με περισσότερα ερεθίσματα που συνήθως περιείχε λαβύρινθους, υλικό για την κατασκευή της φωλιάς και για παιχνίδι γίνονταν ενεργητικά και δραστήρια. Εξ ερευνούσαν περισσότερο μάθαιναν γρηγορότερα και έψαχναν την ευχαρίστηση. Τα ερεθίσματα πρακτικά λειτουργούσαν σαν αντικαταθλιπτικά. Όταν ο Cage εξέτασε τον εγκέφαλο αυτών των τρωκτικών που δέχτηκαν περισσότερα ερεθίσματα, συνειδητοποίησε ότι στον ιππόκαμπο γεννιόντουσαν περισσότεροι νευρώνες.
Στο πανεπιστήμιο Columbia ένας άλλος επιστήμονας ο Rene Hen εντυπωσιασμένος από τις μελέτες του Cage μαζί με τους συνεργάτες του άρχισαν να ερευνούν τη σχέση μεταξύ του Prozac και της ανάπτυξης νευρώνων. Στα ποντίκια o σχηματισμός νέων νευρώνων απαιτεί δύο με τρείς εβδομάδες, σχεδόν ο ίδιος χρόνος που χρειάζεται για να αρχίσουν τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα να έχουν αποτελέσματα. Ήταν δυνατόν τα αποτελέσματα του Prozac και του Paxil να συνδέονταν με την ανάπτυξη των νευρώνων και όχι μόνο με τη συγκέντρωση σεροτονίνης;
Ο Hen άρχισε να χορηγεί Prozac στα πειραματόζωα του. Μετά από κάποιες μέρες η συμπεριφορά τους άλλαξε: τα συμπτώματα άγχους μειώθηκαν και τα πειραματόζωα γίνονταν πιο δραστήρια. έψαχναν για τροφή σε διαφορετικά μέρη και υιοθετούσαν αμέσως νέες συμπεριφορές. Οι νέοι νευρώνες εμφανίζονταν στον ιππόκαμπο στο ίδιο σημείο που είχε παρατηρήσει ο Cage στα δικά του πειράματα. Όταν όμως ο Hen μπλόκαρε τη δημιουργία των νευρώνων στον ιππόκαμπο, η τάση των πειραματόζων να είναι πιο δραστήρια εξαφανίστηκε. Με άλλα λόγια τα θετικά αποτελέσματα του φαρμάκου εξαρτώνταν από τη γέννηση νευρικών κυττάρων στον ιππόκαμπο.
Το 2011 ο Hen και οι συνεργάτες επανέλαβαν αυτό το πείραμα αυτή τη φορά σε ομάδα πιθήκων. Στους πιθήκους το χρόνιο stress δημιουργεί συμπτώματα παρόμοια με αυτά της κατάθλιψης στους ανθρώπους. Ακόμα περισσότερο από τα ποντίκια οι πίθηκοι κάτω από stress χάνουν το ενδιαφέρον τους για κάθε ευχαρίστηση και γίνονται απαθείς. Όταν μέτρησε τη δημιουργία των νευρώνων στον ιππόκαμπο αυτών των ζώων, ο Hen διαπίστωσε ότι ήταν μειωμένη. Όταν αντιθέτως χορήγησε στους πιθήκους ένα αντικαταθλιπτικό, διαπίστωσε ότι τα συμπτώματα της κατάθλιψης μειώνονταν και πως οι νευρώνες άρχισαν να δημιουργούνται ξανά. Μπλοκάροντας την ανάπτυξη νευρικών κυττάρων το Prozac δε λειτουργούσε πια.
Τα αποτελέσματα των πειραμάτων του Hen έχουν σημαντικές επιπτώσεις για τη ψυχιατρική και τη ψυχολογία.Τα αντικαταθλιπτικά όπως το Prozac και το Zoloft, σύμφωνα με τον Hen μπορούν να ανεβάσουν προσωρινά τα επίπεδα της σεροτονίνης στον εγκέφαλο αλλά η δράση τους είναι ορατή μόνο όταν γεννιούνται νέοι νευρώνες.

Η κατάθλιψη είναι μια πολύπλοκη ασθένεια που μπορεί να έχει διαφορετικές μορφές και αιτίες. Όπως αποδεικνύουν οι κλινικές μελέτες, μόνο ένα μέρος των ασθενών που πάσχουν από βαριά κατάθλιψη ανταποκρίνεται στη θεραπεία με αντικαταθλιπτικά που ενισχύουν τη συγκέντρωση της σεροτονίνης. Οι διαφορετικές αντιδράσεις στα φάρμακα μπορούν επίσης να οφείλονται σε διαφορές στα βιολογικά “μονοπάτια”. Σε κάποια άτομα θα μπορούσαν να εμπλέκονται και διαφορετικοί νευροδιαβιβαστές από τη σεροτονίνη. Σε άλλους οι μεταβολές στον εγκέφαλο θα μπορούσαν να προκληθούν από βιολογικούς παράγοντες διαφορετικούς από τους νευροδιαβιβαστές. Και τέλος σε κάποιους οι χημικοί και βιολογικοί παράγοντες θα μπορούσαν να μην είναι αναγνωρίσιμοι. Για παράδειγμα η κατάθλιψη που σχετίζεται με τη νόσο του Parkinson μοιάζει να έχει ελάχιστη σχέση με τη σεροτονίνη. Η επιλόχειος κατάθλιψη είναι ένα τόσο ιδιαίτερο σύνδρομο έτσι ώστε είναι δύσκολο να φανταστούμε πως οι νευροδιαβιβαστές ή η γέννηση νευρώνων στον ιππόκαμπο μπορούν να διαδραματίσουν τον καθοριστικό ρόλο σε αυτό. Οι νέες θεωρίες δεν εξηγούν επίσης για πιο λόγο η ψυχοθεραπεία λειτουργεί με κάποιους ασθενείς και όχι με άλλους, και γιατί μιλώντας με έναν θεραπευτή και λαμβάνοντας παράλληλα αντικαταθλιπτικά μπορεί να έχουμε καλύτερα αποτελέσματα.
Για να μελετήσουμε το άγνωστο σύμπαν της ψυχικής διάθεσης και των συναισθημάτων τα μέσα που διαθέτουμε είναι λίγα. Μπορούμε μονάχα να συνδυάζουμε χημικές ουσίες και να ενεργοποιούμε ηλεκτρικά κυκλώματα, ελπίζοντας έμμεσα να κατανοήσουμε τη δομή και τη λειτουργία του εγκεφάλου μέσα από τα σχετικά αποτελέσματα. Με τη πάροδο του χρόνου, αυτές οι νέες θεωρίες για τη κατάθλιψη πολύ πιθανόν μπορούν να οδηγήσουν στη δημιουργία νέων αντικαταθλιπτικών. Αυτά τα φάρμακα θα κάνουν το Prozac και το Paxil, να μοιάζουν ξεπερασμένα. Τα σημερινά αντικαταθλιπτικά δεν πρέπει να θεωρούνται κατάκτηση της ιατρικής αλλά τεχνολογικές ανακαλύψεις, και είναι αυτές οι τεχνολογικές ανακαλύψεις που μας επέτρεψαν να ξεκινήσουμε να κατανοούμε κάτι για τον εγκέφαλο μας και τη βιολογία αυτής της μυστηριώδης ασθένειας που προσβάλει τον άνθρωπο.

Πηγή:
          Siddhartha Mukherjee

http://www.nytimes.com/

http://www.internazionale.it/

          Internazionale, 26 Giugno/5Luglio 2012, N.95

          Εικόνες, Benoit Paille

FarmakoTrimmata 

 

Depression. After-Prozac era

Posted: 05 Aug 2012 02:56 PM PDT

In the history of drugs were those few who were enthusiastic acceptance as the white-green capsule contains fluoxetine hydrochloride, a chemical known by the brand name Prozac (Ladose). In 1988, one year after approval by the Food and Drug Administration (FDA ), U.S. 2,469,000 issued prescriptions for Prozac. In 2002 rose to over 33 million. In 2008, antidepressants were in third place among the most prescribed drugs in the United States. Arriving in 2012, the same antidepressants that had caused so much excitement, were the black sheep of modern psychopharmacology, and overestimated ypersyntagografimena formulations, typical of a culture that looks fast solution to complex mental health problems. 
In fact the same principles on which these drugs work, have been questioned. 
The nerve cells, neurons, communicate through chemical signals called neurotransmitters which can have different forms: as serotonin, dopamine or norepinephrine. For decades, the prevailing theory was that antidepressants worked by increasing serotonin levels. They believed that the brains of people suffering from depression serotonin signal somehow been impaired due to chemical imbalance in neurotransmitters. And how Prozac (Ladose) and Paxil (Seroxat) could increase these levels between nerve cells by enhancing these signals – dynamonontas as a speaker to communicate between cells. However this theory has been widely criticized. 
But it has actually surpassed the serotonin hypothesis of depression? 
The results of recent surveys have confirmed that in fact the role of serotonin remains crucial for the disposal even though the mechanism of action is more impressive than we can ever imagine. To the Prozac Paxil and Zoloft may not be the miracle drugs we thought before, but have helped us to understand what depression is and how to treat it. 
The modern understanding of the relationship between depression and chemicals in the brain was born almost by accident in the middle of last century. In the fall of 1951 the doctors of Sea View Hospital in Staten Island who used to treat TB patients a new drug, the iproniazidi, noticed a sudden change in mood and behavior of their patients. The ward, usually filled with dark and silent patients seemed apathetic and dying “was illuminated by happy faces of men and women” as a features reporter wrote after a visit to the hospital. When Life magazine sent a photographer to the hospital, in relative research, patients were not stuck in their beds, but they played cards and danced in the aisles.few hundred kilometers south of the hospital patients Dukes lived a completely opposite experience. In 1954 he was prescribed to a woman 28 years Rauxidin (reserpine) to regulate blood pressure. After some months he returned to hospital complaining crying spells, drowsiness and lethargy. He felt useless, hopeless and full of guilt. A few months later, that empty feeling had become aggressive. This sense of misery as they remained until the patients stopped taking the drug. In another hospital where a patient was administered the same drug attempted suicide. Many people admitted to psychiatric hospitals and underwent electroshock to reduce symptoms. 

Psychiatrists and pharmacologists have shown interest in these strange occurrences. They wondered how can two seemingly unrelated drugs, to cause such profound and adverse effect on mood. It was about that time where scientists discovered that the brain was “immersed” in a liquid chemicals. At the beginning of the century began to wonder how nerve cells communicate with each other. In the late 60’s had now been shown that signals between neurons were transferred through several chemicals including the neurotransmitter serotonin. Scientists wondered if it was possible iproniazidi reserpine and altering levels of a neurotransmitter, changing the signals inside brain and thus the mood. It was exactly what was happening. The reserpine to cause a feeling of sadness, greatly reduce the concentration of serotonin and other neurotransmitters by which tied closely. 
The drugs that caused the IRS as iproniazidi instead caused an increase in the concentration of serotonin. These discoveries led the first psychiatrists to formulate a new hypothesis for the cause and treatment of depression – was the result of a chemical imbalance of neurotransmitters: in normal brain serotonin traveled forth – forth between neurons maintaining a balance of mind while this does not happen in the brain of those suffering from depression. The writer Andrew Solomon described the depression as “loss of love.” Doctors Hospital Duke had observed in real time the occurrence of this loss in their patients: decreased progressively love for their own self (guilt, shame, suicidal), love for others (accountability, aggression) and end of the very need for love (lethargy, introversion, apathy). But according to scientists all these were only the outward symptoms of malfunctioning neurotransmitters. The loss was the loss of love, chemicals. 
This theory was confirmed with the discovery of new specific drugs that cause an increase in the concentration of serotonin. The first of these, Zimelidine (Normud) created by a Swedish researcher, the Arvid Carlsson. Following the example of the pharmacologist focused their efforts and use available resources to research drugs that enhance serotonin concentration, and thus were born in quick succession all new “giants” in the world of antidepressants. The Prozac was established in 1974, appeared in 1975, Paxil and Zoloft The 1977 (the trade name given some years later). 

But to understand whether the absence of serotonin causes depression we need to know if the brains of people suffering from this disease, the levels of serotonin or serotonin metabolites (derived from the decomposition of) is actually lower. In 1975 a group of pathologists conducted autopsies on some depressed patients to make measurements. The preliminary findings seemed to confirm the theory: the depressed patients tended to have lower levels of serotonin. But in 1987 some Scandinavian researchers repeated the experiment with new measurement tools and found that in depressed patients, serotonin levels were higher. New experiments did other than to confirm that opposition. According to a test depressed patients had lower levels of serotonin, while according to other higher, for others there was no difference. 
What would happen if the reverse experiment conducted? 
In 1994 a volunteer group of McGill University in Montreal was a mixture of chemicals that lower levels of serotonin. Doctors noticed changes in their mood and reduced levels. Even when serotonin no longer existed at all, most people did not show significant changes in mood. At first glance these studies make us think that there is no relationship between serotonin and depression. But the experiment showed a McGill important fact: the lowering of serotonin did not produce any effect in healthy volunteers when they did not suffer from depression, and produced impressive results in people who had family history of depression. These people when serotonin levels decreased significantly worsened the mood. An earlier version of this experiment, conducted at Yale in 1990, was more alarming results. When patients suffering from depression and akoulouthousan types of therapy with drugs like Prozac were taking a mixture of substances that lower levels of serotonin often fell into deep depression. Other experiments showed that although not all patients with depression had lower levels of serotonin, for those who were suicidal, it sure was. 
In the late 80’s were some studies to verify the effects of Prozac to depressed people. It was found that compared with placebo the drug reduces symptoms of depression. Usually the diagnosis of depression become a standard ladder using symptoms. Altogether some patients experienced significant improvement of clinical, even if the results were usually very small and change from test to test. In real life, even these small changes could be very important: the reduction of anxiety, of guilt and the end of suicide. For other patients but the changes were marginal. 
Perhaps the most important element that emerged from these test was the most subjective: 74% of patients say they feel better than when he was taking antidepressants. 

In the late 80’s, a neurologist named Fred Cage became interested in an issue that initially seemed far away with the problem of depression: Can an adult human brain produce new brain cells? 
At that time, neurobiologists were convinced that an adult brain development and there was not born any more new nerve cells, that when the neural circuits created once during childhood remained stable and unchanged. But ifthe new neurons replace the old, memories should not be lost? 
The Cage and other scientists have reviewed old findings and discovered that in fact in mice, rats and adult human beings form new neurons, but only in two specific areas of the brain: the olfactory bulb, where smells are recorded, and the hippocampus, which controls the instrument memory and that is functionally connected areas of the brain that control emotions. 
To find out if there is any relationship between emotions and the birth of neurons in the hippocampus Cage and his colleagues began studying the rats under conditions of stress. When the mice subjected to chronic stress, either because their environment changes suddenly or because their beds are moved, they show symptoms of anxiety or apathy and become less active, all items are identified with depression in humans. Cage’s team discovered that these mice to produce nerve cells in the hippocampus decreased. It seemed that was exactly the opposite. When the mice were placed in an environment with more stimuli that usually contained mazes, material for building the nest and become active play and active. By investigating more and learn faster searching pleasure. The stimuli practically functioned as antidepressants. When Cage examined the brains of these mice that received more stimulation, she realized that most were born hippocampal neurons. 
At Columbia University, another scientist Rene Hen impressed by his studies with Cage and his colleagues began to investigate the relationship between Prozac and development of neurons. In mice o formation of new neurons requires two to three weeks, almost the same amount of time it takes to start antidepressant medication have an effect. Was possible the effects of Prozac and Paxil have been linked with the development of neurons and not only on concentration Serotonin? 
The Hen began granting Prozac in the guinea pigs. After some days the behavior changed: the anxiety symptoms decreased and the animals become more active. searching for food in different places and have adopted new behaviors immediately. The new neurons in the hippocampus appeared at the same point that was noticed by Cage’s own experiments. But when the Hen blocked the creation of neurons in the hippocampus, the tendency of peiramatozon be more active disappeared. In other words, the positive effects of the drug depended on the birth of nerve cells in the hippocampus. 
In 2011 the Hen and colleagues have repeated this experiment, this time a group of monkeys. In monkeys, chronic stress creates symptoms similar to depression in humans. Even more than the mice, monkeys under stress lose interest for every pleasure and become apathetic. When measured the creation of neurons in the hippocampus of these animals, the Hen found that they were reduced. When monkeys instead granted an antidepressant, found that symptoms of depression decreased and that the neurons began to arise again. Blocking the development of nerve cells in Prozac was not working anymore. 
The experimental results of Hen have important implications for psychiatry and psychology. Antidepressants such as Prozac and Zoloft, according to the Hen may temporarily raise levels of serotonin in the brain but the effect is visible only when new neurons are born . 

Depression is a complex disease that can have different forms and causes. As demonstrated by clinical studies, only a fraction of patients suffering from severe depression responds to treatment with antidepressants that enhance the concentration of serotonin. Different reactions to drugs may also be due to biological differences in “paths”. In some people could be involved in the different neurotransmitters serotonin. In other changes in the brain could be caused by biological factors other than neurotransmitters. And finally some of the chemical and biological agents could not be identifiable. For example, the depression associated with Parkinson’s disease seems to have little to do with serotonin. The postpartum depression is a syndrome so special so it is difficult to imagine how the neurotransmitters or the birth of neurons in the hippocampus may play a decisive role in this. The new theories also explain why most of the psychotherapy work with some patients and not others, and why talking to a therapist and taking antidepressants also can have better results. 
To study the unknown universe of mood and emotions our resources are few. We just want to combine chemicals and energize electrical circuits, implicitly hoping to understand the structure and functioning of the brain through the results. With time, these new theories of depression could very likely lead to the creation of new antidepressants. These medications will make Prozac and Paxil, to look outdated. Current antidepressants should not be considered medical conquest but technological breakthroughs, and these technology breakthroughs have allowed us to begin to understand something about our brains and biology this mysterious disease that affects humans. 

Source: 
Siddhartha Mukherjee 

http://www.nytimes.com/

http://www.internazionale.it/

Internazionale, 26 Giugno/5Luglio 2012, N.95 

Pictures, Benoit Paille